Το 40% των Ελλήνων ζει με τουλάχιστον μία χρόνια νόσο, ενώ η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά πολυνοσηρότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με νέα μελέτη της διεθνούς πρωτοβουλίας Partnership for Health System Sustainability and Resilience (PHSSR). Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το 85% του συνολικού φορτίου ασθενειών στη χώρα αφορά μη μεταδιδόμενα νοσήματα, όπως τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος, ο διαβήτης και οι χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις, αυξάνοντας την πίεση στο σύστημα υγείας.
Η έρευνα αναδεικνύει τη σημαντική επιβάρυνση από τις χρόνιες παθήσεις, καθώς περισσότεροι από 4 στους 10 ενήλικες στην Ελλάδα ζουν με τουλάχιστον μία διαγνωσμένη χρόνια νόσο. Παράλληλα, στους πολίτες άνω των 65 ετών πάνω από τους μισούς πάσχουν από δύο ή περισσότερες χρόνιες παθήσεις, γεγονός που κατατάσσει τη χώρα στις υψηλότερες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την πολυνοσηρότητα.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι το ελληνικό σύστημα υγείας εξακολουθεί να είναι προσανατολισμένο κυρίως στη θεραπεία και στις νοσοκομειακές υπηρεσίες, με περιορισμένες επενδύσεις στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια φροντίδα. Παράλληλα, καταγράφονται σημαντικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και τους κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Σύμφωνα με τη μελέτη, το 16% των θανάτων από εγκεφαλικό επεισόδιο και ισχαιμική καρδιοπάθεια στην Ελλάδα συνδέεται με την έκθεση σε αιωρούμενα μικροσωματίδια, ενώ τα επίπεδα των PM2,5 παραμένουν σημαντικά υψηλότερα από τις συστάσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
Η μελέτη προτείνει μια συνολική αλλαγή του μοντέλου υγείας με έμφαση στην πρόληψη, την ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας, την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και τη μείωση των ανισοτήτων στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, ώστε να ενισχυθεί η βιωσιμότητα του Εθνικού Συστήματος Υγείας τα επόμενα χρόνια.
👁️ Το άρθρο αυτό προβλήθηκε 536 φορές.











































