Αδελφή Χριστοφόρα, η μοναχή της προσφοράς

Αναχώρησε πριν από λίγες ημέρες για την αιώνια ζωή η μοναχή της Ιεράς Μονής Αγίων Θεοδώρων Καλαμπάκας Χριστοφόρα. Η αδελφή Χριστοφόρα (κατά κόσμο Θεοπούλα Μανθά), γεννήθηκε, μεγάλωσε και εργάστηκε στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων. Όταν τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο έδωσε εξετάσεις για την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, αλλά δεν προχώρησε σε σπουδές, διότι προτίμησε να εργαστεί στο Γηροκομείο της Ιεράς Μητροπόλεως Τρίκκης και Σταγών, που ίδρυσε ο μακαριστός Μητροπολίτης κυρός Διονύσιος. Στο γηροκομείο εργάστηκε για 30 χρόνια με αυταπάρνηση και ανυπόκριτη αγάπη. Αγαπούσε τους γέροντες και τις γερόντισσες και προσπαθούσε να κάνει ό,τι το καλύτερο για εκείνους χωρίς να φείδεται κόπου.

Όταν συνταξιοδοτήθηκε αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Την απόφαση αυτή πήρε από κοινού με την διευθύντρια του γηροκομείου. Ο τότε Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων κυρός Σεραφείμ, με τον οποίο είχαν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις από την τετραετή ποιμαντορία του στην Ιερά Μητρόπολη Τρίκκης και Σταγών, είδε θετικά την απόφασή τους αυτή, όταν την πληροφορήθηκε, και τους πρότεινε να εγκατασταθούν στο κενό μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων Καλαμπάκας.

Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1999, αφού έγιναν οι απαραίτητες εργασίες ανακαίνισης λόγω της μακρόχρονης εγκατάλειψης, εγκαταστάθηκαν οι δύο μοναχές Ταβιθά (ηγουμένη) και Χριστοφόρα. Την επόμενη χρονιά τις ακολούθησε η αδελφή Καλλινίκη, η οποία είχε εργασθεί για χρόνια μαζί τους στο γηροκομείο.

Ένα ζήτημα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν ήταν και η ψαλτική. Κοινό γνωστό πρόσωπο πρότεινε στην ταπεινότητά μου να βοηθήσει την κατάσταση. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να αναλάβω ως τακτικός ψάλτης της Μονής. Προθυμοποιήθηκα όμως να προσφέρω τις φτωχές γνώσεις μου στη βυζαντινή μουσική και να «εκπαιδεύσω» την αδελφή Χριστοφόρα, η οποία θα μπορούσε να αναλάβει αυτό το διακόνημα. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία και ο πνευματικός μου δεσμός με τη Μονή, και ιδιαίτερα με την αδελφή Χριστοφόρα, που έμελλε να ισχυροποιηθεί τα επόμενα χρόνια.

Έκτοτε είχαμε συχνή συνεργασία. Αμέτρητες ήταν οι αγρυπνίες, που κάναμε αρχικά στον παλιό μικρό ναό και αργότερα στον πανέμορφο καινούργιο ευρύχωρο ναό με κύριους λειτουργούς τον π.Γεώργιο Στέφα και τον π.Ευγένιο Θεοδοσιάδη. Κάθε χρόνο από νωρίς με καλούσε να συνδράμω ψαλτικά στις κατανυκτικές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας και της Ανάστασης στο μοναστήρι. Το ίδιο συνέβαινε και στις τριήμερες λατρευτικές εκδηλώσεις της πανήγυρης της Μονής. Πριν από περίπου δύο μήνες, λίγο πριν πάει στο νοσοκομείο για εγχείρηση, επειδή νοιαζόταν πολύ για τα θέματα της ψαλτικής, μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Μπορείς να πας την Κυριακή να βοηθήσεις τον Θανάση (τον ψάλτη) γιατί εγώ θα είμαι στο νοσοκομείο;»

Η αδελφή Χριστοφόρα αγαπούσε πολύ όλον τον κόσμο. Φυσικά και οι άλλες μοναχές τον αγαπούσαν. Γι’ αυτό άλλωστε το μοναστήρι δεχόταν προσκυνητές από πολλά μέρη της Ελλάδας κάθε ημέρα, όλη την ημέρα. Πολλοί από αυτούς έρχονταν και άλλες φορές. Άλλοι πάλι διατηρούσαν τηλεφωνική επικοινωνία. Αλλά η αδελφή Χριστοφόρα είχε από τη φύση της το κάτι άλλο. Είχε έναν ξεχωριστό τρόπο προσέγγισης και επικοινωνίας με τους ανθρώπους. Ήταν ανοιχτόκαρδη, καλοσυνάτη, διαχυτική, δοτική. Το μόνιμο χαμόγελο στα χείλη της την έκανε προσιτή σε όλους και ξεκλείδωνε κάθε καρδιά. Η αγάπη της δεν ήταν μόνο λεκτική, αλλά έμπρακτη. Εν κατακλείδι, ήταν άνθρωπος της προσφοράς.

Η απουσία της από το μοναστήρι είναι πολύ αισθητή, ιδιαίτερα σε εκείνους που την είχαν γνωρίσει και ζήσει από κοντά. Είθε ο Θεός να αναπαύσει την ψυχή της και να την κατατάξει μεταξύ των δικαίων. Και όλοι εμείς οι περιλειπόμενοι να έχουμε την ευχή της!

Κωνσταντίνος Δ.Ρίζος